Αρμένη

Επίνειο κοντά στη Σινώπη, στον Εύξεινο Πόντο. Λέγεται και Αρμήνη (Ακλιμάν). Το μικρό αυτό λιμάνι αναφέρουν πολλοί αρχαίοι συγγραφείς (Στράβων, Πτολεμαίος, Σκύλαξ, Αρριανός, Ξενοφών).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • .αρμένη — ἀρμένη , ἀραρίσκω join aor part mid fem nom/voc sg (attic epic doric ionic aeolic) ἐρμένη , εἴρω fasten together in rows perf part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁρμένη — ἀρμένη , ἀραρίσκω join aor part mid fem nom/voc sg (attic epic doric ionic aeolic) ἐρμένη , εἴρω fasten together in rows perf part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρμένη — ἀραρίσκω join aor part mid fem nom/voc sg (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • АРМЕНА —    • Armēne,          (Άρμήνη, Хеn. Anab. 6, 1, 15; Άρμένη, Strab. 12, 545), город и гавань в Пафлагонии вблизи Синопа; н. Аклиман (т. е. белая гавань) …   Реальный словарь классических древностей

  • εξωτερικεύω — φανερώνω, εκφράζω τις ενδόμυχες σκέψεις μου. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. μαρτυρείται από το 1884 στον Π. Βράιλα Αρμένη. Απόδοση ξεν. όρου (πρβλ. αγγλ. exteriorize < αγγλ. exterior < λατ. exterus «εξωτερικός»)] …   Dictionary of Greek

  • επιπρόσθετος — η, ο αυτός που προστίθεται επί πλέον ή κατόπιν («επιπρόσθετες ώρες δουλειάς»). επίρρ... επιπροσθέτως και α επί πλέον, εκτός τών άλλων. [ΕΤΥΜΟΛ. < επιπροσθέτω. Η λ. μαρτυρείται στον Π. Βράιλα Αρμένη] …   Dictionary of Greek

  • ιδανίκευση — η η ανύψωση κάποιου πράγματος ή κάποιας ιδιότητας σε ιδανική μορφή, η εξιδανίκευση. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιδανικεύω. Η λ. στον λόγιο τ. ιδανίκευσις μαρτυρείται από το 1871 στο περιοδικό Νέα Πανδώρα από τον Π. Βράιλα Αρμένη] …   Dictionary of Greek

  • ιδανικεύω — ανυψώνω κάτι σε ιδανική μορφή, αποδίδω σε κάτι ιδανική υπόσταση. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιδανικός. Η λ. μαρτυρείται από το 1871 στο περιοδικό Νέα Πανδώρα από τον Π. Βράιλα Αρμένη] …   Dictionary of Greek

  • ικανοποιητικός — ή, ό 1. (για ενέργειες, καταστάσεις ή πράγματα) αυτός που μπορεί να προσφέρει ικανοποίηση, επάρκεια ή ευχαρίστηση («ικανοποιητική δήλωση») 2. (για αμοιβή εργασίας ή για κέρδος επιχειρήσεως) επαρκής, αρκετός («μισθός ικανοποιητικός»). επίρρ...… …   Dictionary of Greek

  • καλολογικός — ή, ό 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην καλολογία, στην αισθητική τού λόγου («καλολογικά στοιχεία τού λογοτεχνήματος») 2. κομψός, γλαφυρός από φραστική άποψη. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλολογῶ. Η λ. μαρτυρείται από το 1850 στον Π. Βράιλα Αρμένη] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.